Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Στην αγατούλα

    Σας τα λέω όλ αυτά  γιατί εδώ στο νησί μας,  όπως κι αλλου,  οι γάτες ξεχνάνε,  οι άνθρωποι ξεχνάνε,  και η τρέλα δεν θέλει πολύ  να φουντώσει πάλι  φτου ξανά κι απ την αρχή.
 
      Στο πιο όμορφο βιβλίο που διάβασα στην πρώιμη εφηβεία μου. Πρώτη έκδοση, Ελληνικά Γράμματα με το πατουσάκι κάτω δεξιά.
      Γλυκό, με δυνατές δόσεις πολιτικής φιλοσοφίας, εξαιρετικές σκιαγραφήσεις ανθρώπων, αρκετά κλισέ- επιβάλλεται για τους αναγνώστες που απευθύνεται- και με αξιαγάπητο πρωταγωνιστή. Εναν ψευτοθαρραλέο μαύρο γάτο που θέλει δικαιοσύνη κι έρωτα. Και είναι διατεθειμένος να παλέψει και να θυσιαστεί γι αυτά. Ο πρωταγωνιστής είναι αναρχοκομμουνιστής. Μοιράζεται, παλεύει, αγαπά.
     Εχω διαβάσει ότι λέει είναι για τον ρατσισμό. Ηλίθιο, συγγνώμη κιόλας. Δεν το διαβάσατε καλά κύριοι/ κυρίες.
     Είναι για τον φασισμό. Θυμάμαι έγραφα κάποτε ένα άρθρο, γύρω στο 2009 στο οποίο εξηγούσα γιατί η Ελλάδα είναι ιδανική χώρα για να αναπτυχθεί φασιστικό κίνημα.  Οπου, παίρνοντας έμπνευση από το βιλίο, χαρακτήριζα τους μετανάστες ως τη "μαύρη γάτα", Την αφορμή, τον αποδιοπομπάιο τράγο, την δήθεν ρίζα των προβλημάτων μας. Ομως αν θυμάστε οι κύριοι με το λαγοπόδαρο δεν πίστευαν ότι φταίγαν οι γάτες για τα προβλήματα. Ούτε αργότερα οι γάτες με μαύρα σημάδια, ούτε αργότερα όλες οι γάτες. Θέλαν εξουσία και για αυτό καλλιέργησαν μια μαζική υστερία για τις γάτες. Με τρομοκρατία, με μαζική συμμετοχή στο πογκρόμ. Ο ρατσισμός ήταν εργαλείο πειθούς. Αυτό είναι ο φασισμός.
     Ομως Αγατούλα μου, οι άνθρωποι ξεχνάνε. Και ξεχάσαν, και φτου κι από την αρχή τώρα. Αν, και μιλάει τώρα η συναισθηματική πλευρά του γράφοντος, ίσως αν τα παιδιά όλου του κόσμου είχαν διαβάσει αυτό το βιβλίο...Μπα, όχι. Δεν φτάνει.
     Ελπίζω σε όποιον έχω δανείσει το βιβλίο μια μέρα να το επιστρέψει. Δεν θέλω άλλο, θέλω αυτό από τα Ελληνικά Γράμματα με το άσπρο πατουσάκι κάτω δεξιά. Ο ρομαντικός πρωταγωνιστής, η ονειρεμένη κι απρόσιτη Γκρατσιέλα, οι καλόκαρδοι φίλοι του, οι απάνθρωποι και μίζεροι μικροαστοί, όλα με σημάδεψαν τότε, και παλιά πληγή, βαθιά πληγή.
    

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Estamos contigo

     Όχι δεν φαίνεσαι σίγουρη για τον εαυτό σου εσύ. Όσες φορές κι αν είπα το όνομα σου αυτό με ρώτησαν, αυτό τους θύμισες. Κι όχι άδικα. Δεν θα βγάλουν τα άπλυτα σου στα μεσημεριανά, δεν θα σε δούμε σε μεταξέ καναπέδες να χαμογελάς σε αποχαυνωμένους τηλεθεατές. Εσύ είσαι μαζί μας, εκεί που σβήνουν οι κάμερες, εκεί που παίζετε το μέλλον μας. Εκεί που μας λένε γραφικούς, εκεί που μας μουτζώνουν, εκεί που χίπστερ και τρέντι, λούμπεν και τρας μας βρίζουν γιατί λέει "η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή" κι εμείς ασχολούμαστε με μαλακίες και δεν κάνουμε τη ζωάρα τους.
     Κουκλάρα. Ναι, δεν έχει αηδίες εδώ. Είσαι κουκλάρα αυτό με τράβηξε σε εσένα. Ποστμοντερνιές που λένε α και ου δεν χωράνε, μεταξύ μας ειλικρίνια. Μα όχι μόνο στο χαρτί, όταν μιλάς, με τα λιγοστά μου σπανιόλικα σε χαζεύω και σε θαυμάζω. Τέτοιο πλάσμα να έχει τέτοια ομορφιά-κι όμως. Στην κοινωνία της βιτρίνας εσύ δεν πουλήθηκες, δεν μπήκες σε χαρτοσακούλα, μα σε κρατάμε εδώ μαζί μας, και τρώμε μαζί. Ξενυχτάμε με τον καυμό της ανθρώπινης φύσης, εμείς ξέρουμε τον έρωτα, εμείς ξέρουμε την φιλία, εμείς ξέρουμε και δίνουμε χρόνο και μερτικό από τη ζωή μας για να ελευθερωθούμε. Αλεξάντρα Κολλοντάι σε μικρογραφία, και θα ήσουνα ίδια μα άλλες εποχές, βλέπεις η γενιά κάνει τον άντρα και όχι ο άντρας τη γενιά. Μίζερες μέρες, ξεφτυσμένες, όλα ψεύτικα, όλα άνιωθα.

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Και τέλος



«Κύριε Μπόγκαρντ, πέντε λεπτά.»
Έβγαλε το τσιγάρο του, το άναψε, και έσπρωξε τον καπνό μπροστά από το πρόσωπό του να φύγει. «Οι μέρες μας είναι μετρημένες» σκέφτηκε καθώς κοίταζε τον εαυτό του στον τεράστιο καθρέφτη. Πάντα αναρωτιόταν τι χρειαζόταν τόσο μεγάλος καθρέφτης γα ένα μόνο άτομο. «Τώρα όλοι βλέπουν τηλεόραση. Θα μας τυλίξουν με σάβανο σε λίγο τα στούντιο.» Σηκώθηκε, κοίταξε την ώρα στον καρπό του παρότι κοίταξε και το ρολόι στον τοίχο πριν βγει από το καμαρίνι.
Περπατούσε στον διάδρομο και μύριζε καμμένο. Οι κάμερες  ζεσταίνονται. «Τι να σας φέρω», «Καφέ, και μπόλικο» είπε στην κοπέλα που του χαμογελούσε, κι ύστερα χάθηκε στο χωλ. «Έλα Μπόγκι, έλα τελευταία σκηνή» του φώναξε ο σκηνοθέτης. «Αααχ...Μου λείπει ο Χάουαρντ. Μου λείπει ακόμα κι αυτός ο γκρινιάρης ο Τζον» σκέφτηκε, και στον εαυτό του μιλούσε με την πραγματική του φωνή. Το κεφάλι του ήταν καζάνι, η Λωρίν έκλαιγε καθώς έφευγε από το σπίτι, «Σε παρακαλώ μην φεύγεις που να σε πάρει, δεν σε χάρηκα καθόλου». Έτσι σπάραζε από τότε που αρρώστησε, δεν τον άφηνε να φύγει από το σπίτι.
Με ένα μαντήλι σκούπιζε το μέτωπό του, «θα αρχίσουμε καμιά ώρα;», τα φώτα τον ζέσταιναν και ειδικά τελευταία του φαινόταν ανυπόφορο. Πόσες ταινίες άντεχε ακόμα... «Άλλη μία μετά από αυτή κι ύστερα τέλος» έλεγε στον εαυτό του συνεχώς, ήξερε πως δεν είναι νιούδι πια. Κάποτε έμπαινε στο καμαρίνι και το τραπέζι ήταν γεμάτο γράμματα. Κάποιοι τον ρώταγαν πως κρατάει έτσι το τσιγάρο, άλλος του έστειλε χίλια δολάρια για να του στείλει ένα καπέλο του. Γυναίκες τον ρωτούσαν αν είναι ευτυχισμένα παντρεμένος, άλλες του πρότειναν να συναντηθούνε και μία του είχε στείλει μια γυμνή φωτογραφία της. «Πόσες θα αυτοκτονήσουν όταν πεθάνω» αναρωτιότανε παλιότερα, τώρα ήξερε.
Είχε καιρό να δει τον Φρανκ, τον Σιντ και τους υπόλοιπους, άραγε να τον σκέφτονται; «Rat Pack» τους είχε αποκαλέσει η Λωρίν κάποτε, πιασάρικο. Ακόμα περίμενε στο πλατό, «που χάθηκε ο πιτσιρικάς;» ρώτησε. Γελάσανε. «Σαράντα χρονών είναι» του είπανε, «Θα μπορούσε να είναι γιός μου» είπε. Ο καφές ήρθε. Χάλια. «Δεν θα μπορούσα να τον κάνω καλύτερο κι ο ίδιος» είπε στην κοπελίτσα, αυτή χαμογέλασε ξανά κι έφυγε. Έβαλε τα γάντια του μποξ, μα πριν τα βάλει κοίταξε τα χέρια του. Κηλίδες, σημάδια και το δέρμα είχε μαζέψει.  Δεν πειράζει, τη νύχτα που τα χρειάζεται δεν φαίνονται.
Έβηξε. Ξανά και ξανά. «Γαμημένη βρογχίτιδα» σκέφτηκε, «ούτε τις ατάκες μου δεν μπορώ να προφέρω.» Κοίταξε το ταβάνι. Μικρό το μέρος, του άρεσαν οι ανοιχτοί χώροι, ήταν πιο φυσικός εκεί. Έξυσε το πρόσωπό του, και ξανάβηξε. «Μπόγκι, θες πέντε;» του είπε ο σκηνοθέτης, «Όχι» απάντησε. «Πάρε πέντε όπως και να χει, ο Ροντ είναι ακόμα στην μακιγιέρ». «Στη καρέκλα της ή στο κρεβάτι της;» σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα, δεν έιχε δύναμη. Περπάτησε προς το καμαρίνι, μα κοντοστάθηκε, πιάστηκε από μια κολώνα και ανέπνευσε βαριά. Του φέρανε λίγο νερό, καλύτερα τώρα. Έβγαλε το ηλίθιο κουστούμι και ξάπλωσε λίγο στο κρεβάτι. Πήρε το μπουκαλάκι που ήταν στο κομοδίνο, έβαλε νερό στα χέρια του και έβρεξε το πρόσωπό του. «Αυτή και τέλος» μονολόγησε πριν τον πάρει ο ύπνος.