«Κύριε Μπόγκαρντ, πέντε λεπτά.»
Έβγαλε το τσιγάρο του, το άναψε,
και έσπρωξε τον καπνό μπροστά από το πρόσωπό του να φύγει. «Οι μέρες μας είναι
μετρημένες» σκέφτηκε καθώς κοίταζε τον εαυτό του στον τεράστιο καθρέφτη. Πάντα
αναρωτιόταν τι χρειαζόταν τόσο μεγάλος καθρέφτης γα ένα μόνο άτομο. «Τώρα όλοι
βλέπουν τηλεόραση. Θα μας τυλίξουν με σάβανο σε λίγο τα στούντιο.» Σηκώθηκε,
κοίταξε την ώρα στον καρπό του παρότι κοίταξε και το ρολόι στον τοίχο πριν βγει από
το καμαρίνι.
Περπατούσε στον διάδρομο και
μύριζε καμμένο. Οι κάμερες ζεσταίνονται. «Τι να
σας φέρω», «Καφέ, και μπόλικο» είπε στην κοπέλα που του χαμογελούσε, κι ύστερα
χάθηκε στο χωλ. «Έλα Μπόγκι, έλα τελευταία σκηνή» του φώναξε ο σκηνοθέτης. «Αααχ...Μου
λείπει ο Χάουαρντ. Μου λείπει ακόμα κι αυτός ο γκρινιάρης ο Τζον» σκέφτηκε, και στον εαυτό του μιλούσε με την πραγματική του φωνή. Το κεφάλι του
ήταν καζάνι, η Λωρίν έκλαιγε καθώς έφευγε από το σπίτι, «Σε παρακαλώ μην
φεύγεις που να σε πάρει, δεν σε χάρηκα καθόλου». Έτσι σπάραζε από τότε που
αρρώστησε, δεν τον άφηνε να φύγει από το σπίτι.
Με ένα μαντήλι σκούπιζε το μέτωπό
του, «θα αρχίσουμε καμιά ώρα;», τα φώτα τον ζέσταιναν και ειδικά τελευταία του
φαινόταν ανυπόφορο. Πόσες ταινίες άντεχε ακόμα... «Άλλη μία μετά από αυτή κι ύστερα τέλος» έλεγε στον εαυτό του
συνεχώς, ήξερε πως δεν είναι νιούδι πια. Κάποτε έμπαινε στο καμαρίνι και το
τραπέζι ήταν γεμάτο γράμματα. Κάποιοι τον ρώταγαν πως κρατάει έτσι το τσιγάρο,
άλλος του έστειλε χίλια δολάρια για να του στείλει ένα καπέλο του. Γυναίκες τον
ρωτούσαν αν είναι ευτυχισμένα παντρεμένος, άλλες του πρότειναν να συναντηθούνε
και μία του είχε στείλει μια γυμνή φωτογραφία της. «Πόσες θα αυτοκτονήσουν όταν
πεθάνω» αναρωτιότανε παλιότερα, τώρα ήξερε.
Είχε καιρό να δει τον Φρανκ, τον Σιντ
και τους υπόλοιπους, άραγε να τον σκέφτονται; «Rat Pack» τους είχε αποκαλέσει η
Λωρίν κάποτε, πιασάρικο. Ακόμα περίμενε στο πλατό, «που χάθηκε ο πιτσιρικάς;»
ρώτησε. Γελάσανε. «Σαράντα χρονών είναι» του είπανε, «Θα μπορούσε να είναι γιός
μου» είπε. Ο καφές ήρθε. Χάλια. «Δεν θα μπορούσα να τον κάνω καλύτερο κι ο
ίδιος» είπε στην κοπελίτσα, αυτή χαμογέλασε ξανά κι έφυγε. Έβαλε τα γάντια του
μποξ, μα πριν τα βάλει κοίταξε τα χέρια του. Κηλίδες, σημάδια και το δέρμα είχε
μαζέψει. Δεν πειράζει, τη νύχτα που τα
χρειάζεται δεν φαίνονται.
Έβηξε. Ξανά και ξανά. «Γαμημένη
βρογχίτιδα» σκέφτηκε, «ούτε τις ατάκες μου δεν μπορώ να προφέρω.» Κοίταξε το
ταβάνι. Μικρό το μέρος, του άρεσαν οι ανοιχτοί χώροι, ήταν πιο φυσικός εκεί.
Έξυσε το πρόσωπό του, και ξανάβηξε. «Μπόγκι, θες πέντε;» του είπε ο σκηνοθέτης,
«Όχι» απάντησε. «Πάρε πέντε όπως και να χει, ο Ροντ είναι ακόμα στην μακιγιέρ».
«Στη καρέκλα της ή στο κρεβάτι της;» σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα, δεν έιχε
δύναμη. Περπάτησε προς το καμαρίνι, μα κοντοστάθηκε, πιάστηκε από μια κολώνα
και ανέπνευσε βαριά. Του φέρανε λίγο νερό, καλύτερα τώρα. Έβγαλε το ηλίθιο
κουστούμι και ξάπλωσε λίγο στο κρεβάτι. Πήρε το μπουκαλάκι που ήταν στο
κομοδίνο, έβαλε νερό στα χέρια του και έβρεξε το πρόσωπό του. «Αυτή και τέλος»
μονολόγησε πριν τον πάρει ο ύπνος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου